1η έκδοση: Σεπτέμβριος 2025
Αυτή τη στιγµή
είµαι ένα φρούτο κοµµένο στα τέσσερα.
∆υο κοµµάτια
µοιράστηκαν στα δυο µου παιδιά.
Το ένα τέταρτο
στη γυναίκα µου, που το γεύτηκε νωρίς.
Το τελευταίο
το µασώ σιγά σιγά µε τη µοναξιά µου.
Όπως φαίνεται,
κάποια στιγµή δεν θα είµαι πια φρούτο…
***
Η νέα ποιητική συλλογή του Λουάν Τζούλις αποτελεί μια βαθιά βιωματική εξομολόγηση. Ο ποιητής επιστρέφει στις σταθερές θεματικές που διατρέχουν το σύνολο του έργου του: την απώλεια, τη μετανάστευση, τη φιλία, τη μοναξιά και τη μνήμη, φωτίζοντας κάθε εμπειρία με τρυφερότητα και ευαισθησία. Οι στίχοι του είναι λιτοί, άμεσοι, εσωτερικοί και απογυμνωμένοι από περιττά στολίδια, αφήνοντας χώρο στον αναγνώστη να αναγνωρίσει τον δικό του κατακερματισμένο εαυτό, καθώς κάθε ποίημα λειτουργεί σαν ένας μικρός καθρέφτης.
Στο Κομμένος στα τέσσερα, ο εαυτός παρουσιάζεται σαν φρούτο μοιρασμένο στους αγαπημένους: στα παιδιά, στη σύντροφο, στους φίλους, με το τελευταίο κομμάτι να παραμένει στον ίδιο – ένα κομμάτι μοναξιάς και αγωνίας που συνομιλεί με το παρόν, αλλά κυρίως με το παρελθόν.
Πρόκειται για μια ποιητική απογραφή ζωής –μοιρασμένης σε πρόσωπα, εποχές και απουσίες– όχι ως κατάληξη, αλλά ως συνέχεια μιας εσωτερικής πορείας που παραμένει ανοιχτή.
Γράφει η Έλσα Κορνέτη για το diastixo.gr
Είναι έμπειρος δεξιοτέχνης του ποιητικού λόγου και χαρισματικός «ράφτης της ψυχής».
(...) Στο σύνολο των ποιημάτων του ο Λουάν Τζούλις καταθέτει τον διχασμό του, αυτόν που νιώθει να τον τεμαχίζει, έτσι όπως ο ίδιος αισθάνεται πως έχει μοιράσει τον εαυτό του σαν τον καθαγιασμένο άρτο, ώστε να μπορέσει να «ταΐσει» αυτούς που αγαπά. Πολλές φορές τα κομμάτια αυτά δείχνουν ν’ αυτονομούνται και να τρέχουν σε διαφορετικές κατευθύνσεις, δημιουργώντας μια ενδιαφέρουσα συγκρουσιακή ατμόσφαιρα, φορτισμένη συναισθηματικά, αφήνοντας τον ποιητή να κρέμεται μετέωρος ανάμεσα στο Τίποτα και στο Πάντα. Σε αυτήν την επίπονη, αλλά και επίμονη διαδικασία ο ποιητής κλυδωνίζεται ξεκρέμαστος σαν να μην ανήκει πουθενά· κομμένος στα τέσσερα κομμάτια που μοιράζονται ανάμεσα στην πατρίδα που άφησε πίσω του, στην πατρίδα που βρήκε –κάτι που του προκαλεί ποικίλα συναισθήματα ανάμεσα στο ανήκειν και στο μη ανήκειν–, στο κομμάτι που δόθηκε στην οικογένεια και στο κομμάτι του το ποιητικό, το ανεξιχνίαστο, το υπό εξερεύνηση ακόμα, το κομμάτι που αφορά στην «πατρίδα» του εαυτού του. Από το ποίημα «Μ’ αρέσει»: Μ’ αρέσει/ να είμαι παιδί του εαυτού μου/ γραμμή φορτωμένη με ήλιο./ Πίνακας πολλαπλασιασμού με όλα τα χρώματα/ πηγάδι που ποτίζει το χορτάρι.
Ο Λουάν Τζούλις είναι έμπειρος δεξιοτέχνης του ποιητικού λόγου και χαρισματικός «ράφτης της ψυχής», σύμφωνα με τον στίχο του. Δουλεύει εμμονικά πάνω στην ενδοσκόπηση, την επεξεργασία της νοσταλγίας, όλων των έντονων αναμνήσεων που τον συγκινούν και τροφοδοτούν την έμπνευσή του. Μέσω της λειτουργικής αφηγηματικής τεχνικής του, που είναι φροντισμένη, απαλλαγμένη από φλυαρίες και περιττά φτιασίδια, τα ποιήματά του καλλιγραφούνται σχολαστικά και παραστατικά σαν προσωπικές ιστορίες που συνθέτουν το άλλοτε μουντό κι άλλοτε ζωηρό μωσαϊκό κάθε πτυχής της ζωής του. Στο μωσαϊκό αυτό παρελαύνουν έγχρωμες ψηφίδες με τις παρελθούσες στιγμές της καθημερινότητας, με κεντρικό στοιχείο το οικείο που κοσμεί τον πυρήνα του βίου του και τροφοδοτεί το υλικό του. Ακολουθεί το θέμα των δύο πατρίδων, η εργασία, η αγάπη, ο έρωτας, ο θάνατος, η οικογένεια, το σπίτι, οι παιδικές αναμνήσεις, η αναπόληση της δύναμης του έρωτα, αλλά και δυνατά αντιθετικά ζεύγη που χαρακτηρίζουν την ανθρώπινη κατάσταση που τον απασχολεί, όπως το εφήμερο και το αιώνιο, ο πόνος και η χαρά, το κρυφό και το φανερό, το φως και το σκοτάδι, η νεότητα και το γήρας. Αξίζει ν’ αναφερθεί ότι τα ποιήματα διέπονται από την ανάγκη της φιλοσοφικής προσέγγισης της ζωής, στην οποία ο ποιητής καταλήγει αποφθεγματικά σχεδόν στο κλείσιμο του κάθε ποιήματος της συλλογής, κάτι που προκαλεί την αυθόρμητη έκλυση αυθεντικής συγκίνησης χωρίς να εκβιάζει τα συναισθήματα του αναγνώστη. Από το ποίημα «Υπόσχεση»: Ράφτης της ψυχής κρατώ την άνοιξη/ και με το χρώμα του νεογέννητου κλαριού/ βάφω τα αυγά/ της ελπίδας.
Ο Λουάν Τζούλις με το πρόσφατο αυτό ποιητικό του βιβλίο ξετυλίγει, σαν περιτύλιγμα δώρου, μέρος του κόσμου γύρω του, για να ξεπροβάλει το περιεχόμενο του κόσμου του ολόκληρου έτσι όπως τον εμπεριέχει, αποδεικνύοντας ότι η μοναδικότητα της ζωής του κάθε ανθρώπου μετράει, όσο ασήμαντη, απλή, συνηθισμένη και μονότονη κι αν φαίνεται. Άλλωστε ο ίδιος, όπως κι όλοι μας, δεν είναι, δεν είμαστε, παρά το άθροισμα των επιδιορθώσεων υψηλής ραπτικής ενός σπουδαίου μόδιστρου: του Χρόνου.
Διαβάστε εδώ την παρουσίαση
Ε. Κορνέτη, diastixo.gr (19/09/2025)
Γράφει ο Ντίνος Σιώτης για την Εφημ. Συντακτών
Ο Λουάν Τζούλις είναι Αλβανός ποιητής που μένει στην Ελλάδα εδώ και 30 χρόνια. Γράφει και στα ελληνικά. Τον ξεχώρισα απ’ το 2006, γιατί όντως γράφει ποίηση που ξεχωρίζει από τη μάζα. Η πιο πρόσφατη συλλογή του «Κομμένος στα τέσσερα» (Εκδόσεις Τόπος) αποτελείται από κουλουριασμένες αναπολήσεις, σκεπασμένες με τη μυρωδιά του χρόνου που περνά αλλά και με ένα πικρό χιούμορ που σε διαπερνά ολόκληρο και δεν σε αφήνει αλώβητο.
Διαβάστε το άρθρο εδώ
Ν. Σιώτης, Εφ. Συν. 21/09/25
Γράφει η Μαρία Τοπάλη για την Καθημερινή
Πεισματάρικο τραγούδι του βρεγμένου ανθρώπου
Ο εξ Αλβανίας ορμώμενος Λουάν Τζούλις (Luan Xhuli, κατά το εύχρηστο site γνωστού βιβλιοπωλείου· μόνον λατινικά αναγνωρίσιμος στη biblionet που, στο «Λουάν Τζούλις», βγάζει «κανένα αποτέλεσμα»!), με πλούσιο ποιητικό έργο και στις δύο γλώσσες, αλβανικά και ελληνικά, κάτοικος Ελλάδας από το 1995, έγινε φέτος 70 ετών. Το υπό συζήτηση βιβλίο συνιστά αυτοβιογραφία, με διάθεση ενδοσκόπησης. Δεν παρακολουθεί τα ιστορικά γεγονότα· δεν πρόκειται για ποιητικά «απομνημονεύματα», μολονότι ο πειρασμός ιστορικής πλαισίωσης ενός επί μακρόν ενεργού στις δύο γλώσσες ποιητή είναι μεγάλος και ελπίζω να υποκύψει σε αυτόν κάποια/ος ειδικότερη/ος εμού. Ας έχει τότε υπόψη της/του το ποίημα «Βρεγμένος και ξένος», τον θυμό του Βαλκάνιου μετανάστη απέναντι στο ελληνικό καλοκαίρι: «Δεν θέλω τη χαλασμένη ομπρέλα σας/δεν τη θέλω.//Καλύτερα έτσι./Βρεγμένος και ξένος/παρά στεγνός/ σε ένα σκονισμένο ατέλειωτο καλοκαίρι».
Διερωτώμαι αν στη συλλογή αυτή η πρώτη γραφή είναι στα αλβανικά και, όπως συνέβη στα πρώτα του βιβλία, μεταφέρθηκε στα ελληνικά με τη βοήθεια φίλων, προπάντων του συγγραφέα Γιάννη Ξανθούλη που, με συγκινητικό τρόπο, προλογίζει το υπό συζήτηση βιβλίο. Ή αν, κατά δική μου παλαιότερη πληροφόρηση, κάνει πλέον συστηματικά τις προσπάθειές του στα ελληνικά, κι ας δέχεται στη συνέχεια βοήθεια από συγγενείς και φίλους. Η πρόθεση και η διαδικασία έχουν ξεχωριστό ενδιαφέρον για την/τον μελετήτρια/τή της σύγχρονης ελληνικής ποίησης. Σε κάθε περίπτωση το βιβλίο είναι, όπως και τα προηγούμενα, απολαυστικό ανάγνωσμα. Αλλά ίσως εδώ κάτι αλλάζει, κάτι μετατοπίζεται λίγο, κάτι ωριμάζει ανεπαίσθητα, τερπνά για την/τον αναγνώστρια/τη: η αισιοδοξία, η γιορταστική διάθεση που τον χαρακτηρίζει διαχρονικά, αναμετρώνται σε ένα ποιητικό μπρα ντε φερ με τη μελαγχολία που επιφέρει το πέρασμα του χρόνου.
Εξομολογήσεις
Η συλλογή έχει την τυπική φόρμα και το γνώριμο ύφος του Τζούλις. Γραμμένα σε ελεύθερο στίχο, τα ποιήματα έχουν έκταση 10-20 στίχους πάνω-κάτω, μονοσέλιδα αποτυπώματα που αναφέρονται σε εμπειρίες του «ποιητικού εγώ». Ο τόνος είναι λίγο εξομολογητικός και λίγο δοξαστικός, με τη χαρακτηριστική φρεσκάδα και αμεσότητα, που παραπέμπουν σε τραγούδι. Διαβάζοντας, συλλαμβάνει κανείς κάθε τόσο τον εαυτό του να απορεί που κάνει αυτό ακριβώς: διαβάζει και δεν ακούει τον ποιητή να συνοδεύει τα πολύ ιδιοσυγκρασιακά ποιήματά του στην κιθάρα. Είναι ποιήματα που διαβάζονται εύκολα και γρήγορα. Συνέλαβα τον εαυτό μου να έχω, πλησιάζοντας την ανάγνωση του εκατοστού ποιήματος (η συλλογή περιλαμβάνει 105), τη βεβαιότητα ότι έχω διαβάσει καμιά δεκαπενταριά! Είναι καλό αυτό; αναρωτήθηκα. Είδα αμέσως μπροστά μου σοφούς ανθρώπους να διατυπώνουν έντονη κριτική απέναντι σε μια ποίηση τόσο εύπεπτη. Χωρίς να το θέλω θυμήθηκα μεγάλους, κλασικούς καλλιτέχνες από άλλα είδη, που «υποφέρουν» από παρόμοια εις βάρος τους κριτική: ότι είναι «εύκολοι», ότι «παραείναι χαρούμενοι», «κελαηδιστοί», κάτι τέτοια.
Το βέλος του τεχνίτη
Εγώ, ωστόσο, νομίζω ότι ο λόγος που παρασύρθηκα έτσι και στο ποίημα 98 νόμιζα πως βρίσκομαι στο ποίημα 16, είναι γιατί, απλώς, περνούσα πολύ ωραία διαβάζοντας. Στοιχηματίζω ότι αν είχα απέναντί μου έναν πολύ (μα πάρα πολύ) στρυφνό λόγιο, θα μπορούσα να επιχειρηματολογήσω πειστικά υπέρ του Τζούλις. Γιατί η καλή ποίηση συχνά, εκεί που νομίζεις ότι κολυμπάς στην κοινοτοπία, κάνει μια «γκέλα», μικρή και ανεπαίσθητη, και τότε μεγιστοποιείται η απόλαυση και κερδίζεται ο σεβασμός και η εκτίμηση στον δημιουργό. Σε έχει ξεκλειδώσει η φαινομενική «μπαναλιτέ», αφήνεσαι με εμπιστοσύνη και με κάποια υπεροψία, και εκεί σε βρίσκει ευάλωτο ο τεχνίτης και σου ρίχνει το βέλος του. Παραθέτω, αντί άλλων, απόσπασμα από το ποίημα «Ανησυχία», που το μοτίβο του επαναλαμβάνεται αρκετές σελίδες αργότερα στο ποίημα «Εις μνήμην»: «Με πλήγωσαν τα παπούτσια του ανθρώπου που έφυγε./ Δώρο ήταν μετά τον θάνατό του./Τη λησμονιά του, τη μετράω σαν δικά μου βήματα.//Με πονάει η ρίζα του δοντιού./ Ρίζα που φτάνει σαν απειλή στη σκέψη μου./Η μητέρα, αν και φευγάτη, ακόμη ζεσταίνει το φαΐ μου». Τα έξι τρίστιχα, που αποκαλύπτουν σε τόνο εν μέρει ελεγειακό ένα υπαρξιακό αλλά και ποιητικό «πιστεύω», καταλήγουν: «Το όνομα και το διαβατήριο, δεν θα τ’ αλλάξω./ Οι αριθμοί μου ανήκουν, χωρίς να μετρήσω./ Μισώ τα χρόνια που βάφουν τα μαλλιά τους.//». Αντιστοίχως ξεκινάει και το «Εις μνήμην»: «Με χτύπησαν τα παπούτσια του ανθρώπου που έφυγε». Και καταλήγει: «Ονομα και διαβατήριο, δεν θα τα χαλάσω.//Δεν θα βάψω ποτέ τα μαλλιά μου/ Πάντα άσπρα, όλα “εις μνήμην”…».
Μ. Τοπάλη, Καθημερινή (16/12/2025)
Συνέντευξη στην Κωνσταντίνα Δρακουλάκου για το diastixo.gr
Τα αποτυπώματα της ζωής μετουσιώνονται σε ασφάλεια, όπου ζυγίζεται το αύριο.
Ο τίτλος Κομμένος στα τέσσερα προκαλεί μια έντονη εικόνα και ιδιαίτερο συναισθηματικό βάρος. Πώς γεννήθηκε αυτή η μεταφορά;
Μια ζωή «κομμένος στα τέσσερα» ήμουν, είμαι και θα είμαι. Όχι σαν τιμωρία ή εκδίκηση, αλλά σαν κεφάλαιο μιας φάσης ζωής, σαν μωσαϊκό μιας ηλικίας που κάποτε είχα ονειρευτεί. Το βάρος των τεσσάρων δεν σημαίνει βασανισμένο πορτρέτο. Είναι ανθρώπινη υποχρέωση, με στοιχεία συνέπειας αλλά και αυτοσυντήρησης. Τίποτε δεν γεννιέται τέλειο. Τα σκαλάκια με τις εποχές θέλουν μαστοριά και αντοχή.
Το ποίημα που ανοίγει τη συλλογή μιλά για έναν άνθρωπο που μοιράζει τον εαυτό του στους αγαπημένους. Είναι αυτή η πράξη προσφοράς ή απογύμνωσης;
Η ανθρώπινη ζωή είναι ένας φυσικός μηχανισμός που φέρνει την ισορροπία με το σύμπαν. Δίνεις, για να προχωρήσεις στο αύριο, και ψάχνεις να πάρεις τα απαραίτητα, για να δυναμώσεις τον άξονα της κοινωνίας. Τίποτε στη ζωή δεν είναι μια απλή προσφορά. Στηριζόμαστε στα δεδομένα μας: δουλειά, σκέψη, ανθρωπιά, προσπάθεια, όραμα… και προχωράμε. Ανταλλάσσω συναισθήματα για να γίνομαι καλύτερος, τιμωρώ πολλές φορές τον εαυτό μου, για να κερδίσει ο διπλανός, ο φίλος, ο συνάδελφος, ο γείτονας. Παίρνω δάνειο συναισθημάτων από το περιβάλλον για να βοηθήσω τους πιο αδύναμους. Δεν σκέπτομαι την αμοιβή και δεν ζητώ ποτέ απόδειξη. Χρωστάω μόνο στην εφορία συναισθημάτων… Κάθε τέτοια ανταλλαγή αναζωογονεί. Να ξέρεις κάτι: χαίρομαι και αγαπώ τους εργαζόμενους, τους ακούραστους και τους νέους που προγραμματίζουν το αύριο. Και νευριάζω… με τα αντίθετα.
Οι στίχοι σας είναι απλοί, χωρίς στολίδια, αλλά βαθιά φορτισμένοι. Πόσο δύσκολο είναι να κρατά κανείς την ποίηση καθαρή από περιττά λόγια;
Δεν μου αρέσει να φορτώνω τον εαυτό μου, αλλά και την ποίησή μου, με περιττά στολίδια. Άλλωστε η απλότητα, για μένα, αποτελεί στολίδι. Η αλήθεια είναι στάση ζωής και ποιητικής έκφρασης και δεν επιθυμώ να δραπετεύσω από αυτή την έκφραση καθαρότητας. Γράφω να ξεκουραστώ, να καθαρίζω τις σκέψεις και να δημιουργώ ρεύματα που με αναζωογονούν. Δεν μου αρέσουν τα στάσιμα νερά. Αγαπάω την κίνηση, το διάβασμα, την εργασία και σε αυτά ξοδεύω την ενέργειά μου. Ο δημιουργός μετανάστης είναι χορευτής βαλς, με ρυθμό, νοικοκύρης, με όνειρα για το αύριο και αχόρταγος. Μου αρέσει η απλότητα. Εκεί θέλω να αφήσω κληρονομιά στα παιδιά και στους αγαπημένους μου. Δημιουργία για μένα δεν είναι τραπεζικός λογαριασμός, είναι ψυχή, συναίσθημα, φως, σεβασμός, αγάπη και, γιατί όχι, λαχτάρα για το αύριο για όλους. (...)
Διαβάστε τη συνέχεια εδώ
Συνέντευξη στην Κωνσταντίνα Δρακουλάκου, diastixo.gr
|