Της ανάλυσης προηγείται η λύση. Για να ξετυλίξουµε το κουβάρι των αντιφάσεων που σε επίπεδο κοινωνίας εκδηλώνονται ως επάλληλες κρίσεις, επείγει πρώτα να λυθούµε εµείς, να ανοιχθούµε προς τον κόσµο που παρατηρούµε µε τρόπο τέτοιον, ώστε η ενέργεια να επιστρέψει στον εαυτό της. ∆οµηµένα, όχι χαοτικά.
Το βιβλίο αυτό δεν παρατηρεί το Λαύριο από κάποια πλεονεκτική νεωτερική θέση· παρατηρεί την ίδια τη νεωτερικότητα, (µέσα) από το Λαύριο. Και τι βλέπει; Βλέπει εµένα, αλλά κι εσένα νεωτερικέ συνταξιδιώτη, να προσπαθούµε να σχετισθούµε µε κάτι· να ελπίσουµε σε κάτι· να ταυτιστούµε µε κάτι. Κοινωνιολογικά µιλώντας, σηµασία δεν έχει να αναλύσουµε το αντικείµενο, αλλά τον τρόπο µε τον οποίο σχετιζόµαστε µαζί του και µε τον εαυτό µας. Πώς γίνεται κοινωνικά δυνατή η αλλοίωση της σχέσης µας µε τον κόσµο; Τι σηµαίνει η διαλεκτική αλλοτρίωσης και συντονισµού και γιατί µας αφορά; Γιατί είναι κοινωνικά πιο ωφέλιµο να ασχοληθούµε µε τον βασιλιά Αλκίνοο, παρά µε τον Οδυσσέα· µε τον Τζεπέτο, παρά µε τον Πινόκιο; Αυτά και άλλα ερωτήµατα θέτει η ψυχοκοινωνική έρευνα που πραγµατοποίησα πρόσφατα στο νοτιοανατολικό άκρο της Αττικής, σε αυτή τη «λαύρα», τη γαλαρία όπου συναντώνται παρόν, παρελθόν και µέλλον· ενεστώτας, µέλλων και αόριστος· εσείς, εγώ κι ο κόσµος µας.
Παρουσίαση στην Καθημερινή από την Δανάη Καρυδάκη
Συλλογικές αντιφάσεις και προσωπικά τραύματα στο Λαύριο
Το βιβλίο του Γιώργου Μπιθυμήτρη «Λαύριο αναλυόμενο – Αλλοιώσεις και αναιρέσεις σε μια νεωτερική πόλη» αποτελεί σημαντική συνεισφορά στη σύγχρονη κοινωνική σκέψη, που εκτείνεται πολύ πέραν του στενού γεωγραφικού πλαισίου του Λαυρίου, καθώς αναδεικνύονται οικουμενικά ζητήματα, όπως η δυνατότητα να διάγει κανείς μια «καλή ζωή» μέσω ικανοποιητικών σχέσεων με τον εαυτό και τον κόσμο. Το έργο βασίζεται σε 50 συνεντεύξεις με κατοίκους του Λαυρίου, ακολουθώντας μια «ψυχαναλυτικά ενημερωμένη βιογραφική – αφηγηματική προσέγγιση», και έρχεται να συμπληρώσει προηγούμενες δουλειές του Μπιθυμήτρη για την ταυτότητα του συνδικαλιστικού κινήματος και τα μετα-τραυματικά πλαίσια των ταξικών ταυτίσεων.
Είναι ένα καλογραμμένο βιβλίο που συνδυάζει με άρτια ισορροπία την επιστημονική γλώσσα και σχολαστικότητα με τη μεστή αφήγηση, διανθισμένη με υποδόριο χιούμορ και προσωπικές αναφορές. Παρά την πολύπλοκη θεωρητική του βάση, το περιεχόμενο παρουσιάζεται στους αναγνώστες με τρόπο κατανοητό, εύληπτο και ελκυστικό, αποφεύγοντας την παγίδα της ελιτίστικης, δυσνόητης γλώσσας που συχνά μεσουρανεί στις κοινωνικές επιστήμες, διαλέγοντας τον δρόμο της ουσιαστικής προσβασιμότητας σε ένα ευρύ αναγνωστικό κοινό, μια, κατά τη γνώμη μου, βαθιά δημοκρατική επιλογή.
Στο επίκεντρο της αφήγησης βρίσκονται οι άνθρωποι μιας (οποιασδήποτε) μικρής ευρωπαϊκής αποβιομηχανοποιημένης πόλης στον απόηχο πολλαπλών κρίσεων. Παρόλο, μάλιστα, που οι αφηγητές του συγγραφέα δεν είναι όλοι, και ίσως ούτε καν οι περισσότεροι, βιομηχανικοί εργάτες, μέσα από το βιβλίο αναδύεται αυτό που θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε ως βιομηχανική συνείδηση ή βιομηχανική μνήμη, που διαπνέει το συλλογικό φαντασιακό των αποβιομηχανοποιημένων κοινοτήτων. Το Λαύριο, όπως και τόσες άλλες πρώην βιομηχανικές πόλεις, είναι «μια πόλη ξένων», η συλλογική μνήμη της οποίας «φτιάχτηκε από μια εργατική τάξη από αλλού φερμένη».
Διαβάστε τη συνέχεια εδώ
Δανάη Καρυδάκη, Καθημερινή (01/05/2025)
Παρουσίαση από τον Νικόλα Σεβαστάκη
Πώς αφομοιώνεις τα θεωρητικά παραδείγματα που μιλούν για τις κοινωνίες του ύστερου καπιταλισμού όταν πας να συναντήσεις μια συγκεκριμένη πόλη, έναν χώρο με βαριά ιστορία και σύνθετο παρόν;
Αυτό το δρόμο εξερευνά ο Γιώργος Μπιθυμήτρης στο βιβλίο του Λαύριο Αναλυόμενο (υπότιτλος: αλλοιώσεις και αναιρέσεις σε μια νεωτερική πόλη, με επίμετρο της Τζένης Λιαλούτη, εκδόσεις Τόπος). Είναι κείμενο όπου ο λόγος των ίδιων των βιογραφούμενων –πενήντα ανθρώπων της πόλης- ενορχηστρώνεται με σπαράγματα από στοχαστές όπως ο Χάρτμουτ Ρόζα, ο Ντέιβιντ Χάρβευ, ο Αντρέας Ρέκβιτς αλλά και συγγραφείς όπως ο Καουτέρ Αντιμί, ο Φάμπιο Στάσι και πολλοί-ες άλλοι-ες. Δεν έχουμε όμως εδώ ένα βιβλίο από κείνα που επιδεικνύουν την πραμάτεια τους σε αναφορές και ονόματα αλλά κάτι που καταλαβαίνεις πως ξεκινά από προσωπική αγωνία, γνωστικής και ηθικής τάξεως μαζί, επιστημονική και πολιτική. Ο Μπιθυμήτρης έχει εντρυφήσει στο υλικό των τεκμηρίων για την ιστορία και τους μετασχηματισμούς του ‘βιομηχανικού Λαυρίου’. Πήγε σε συλλόγους, ερευνητές, τοπικούς γνώστες. Αυτό όμως που εξερευνά είναι ένα πλέγμα σχέσεων όπου οι σημαντικές έννοιες (λόγου χάρη αυτή η, ταλαιπωρημένη στην κριτική κοινωνική φιλοσοφία, αλλοτρίωση) ανιχνεύονται μέσα στους τρόπους με τους οποίους κάποιοι άνθρωποι βιώνουν – και τελικά κατασκευάζουν, αρθρώνοντάς το- το δικό τους Λαύριο. Έτσι, έχουμε μια κοινωνική σκέψη που παίρνει στα σοβαρά τα υποκείμενα δίχως καθόλου να παραμελεί ή να παραγνωρίζει τις αφανείς και φανερές εξαρτήσεις των αποκρίσεων που δίνουν αυτά τα άτομα από παράγοντες που τα υπερβαίνουν.
Ο Μπιθυμήτρης είναι ένας από τους νεότερους κοινωνικούς επιστήμονες που «παραβιάζουν» τα τείχη των διαφορετικών γνωστικών περιοχών. Πιστεύω ότι πολύ καλά κάνουν, αν και το κριτήριο πάντα είναι το πως χειρίζεσαι τον εικονοκλαστισμό (για να μην σε οδηγεί σε απλές γλωσσικές καινοτομίες που δεν προσθέτουν κάτι στη σωρευμένη γνώση). Ψυχανάλυση, ποιοτική έρευνα, λογοτεχνικές πηγές, κοινωνική θεωρία – παλαιότερη και σύγχρονη- ανασύρονται για να πλαισιώσουν – όχι να καταπνίξουν- τα λόγια των ‘απλών ανθρώπων’ που, όπως ξέρουμε πολύ καλά, δεν υπήρξαν ποτέ ‘απλοί’. Να αντλείς λεξιλόγια και χάρτες νοήματος από σημαίνοντες θεωρητικούς και ωστόσο να μην σπεύδεις να επιβάλλεις το ένα ή άλλο πλαίσιο σε αυτά που σου αφηγείται ο Τάκης, η Μαρία, ο Σταύρος (οι όποιοι συνομιλητές σου). Να ανανεώνεις «πληροφορητές» και αναφορές κι ωστόσο να μην αγνοείς την κληρονομημένη γνώση για το αντικείμενό σου (το Λαύριο, ως γνωστόν, έχει αποτελέσει εργαστήριο πολλών ερευνών, ταινιών, ιστορικών επισκοπήσεων κλπ.).
Γράφει κάπου προς το τέλος ο Μπιθυμήτρης: «Σκοπός μου, εξάλλου, δεν ήταν να καταγράψω τις μοναδικές και ανεπανάληπτες ιδιότητες ενός Λαυρίου που παραμένει αναλλοίωτο και άχρονο, αλλά τους τρόπους με τους οποίους βιώνεται, δοκιμάζεται, ενοικείται συγχρονικά, εντός του εύρους ιστορικών δυνατοτήτων που ορίζει η υστερονεωτερική συνθήκη». Το Λαύριο μετατρέπεται λοιπόν σε «προνομιακό σημείο παρατήρησης των μεγάλων αντιφάσεων και εντάσεων της ίδιας της νεωτερικότητας που το συγκρότησε εξαρχής».
Στο Λαύριο αναλυόμενο ένας νέος επιστήμονας δεν γράφει μόνο μια μελέτη αλλά πλησιάζει με αγάπη ένα πεδίο όπου οι άνθρωποι, οι σχέσεις τους, ο χώρος και οι ορίζοντές του διασταυρώνονται φανερώνοντας καινούρια ερωτήματα. Και αν πάμε πέρα από το συγκεκριμένο παράδειγμα (το Λαύριο), κάπως έτσι μπορούμε να ασκήσουμε τη φαντασία μας για να καταλάβουμε τη χώρα όπως είναι, σαν μια ιστορία πολλαπλών μεταμορφώσεων, καταστροφών και αναδημιουργημένων μορφών ζωής.
Διαβάστε το άρθρο εδώ
Νικόλα Σεβαστάκη, 25/05/2025
Γράφει η Άννα Λυδάκη για Το Βήμα της Κυριακής Μια μεταβιομηχανική πόλη στη σύγχρονη πραγματικότητα Η σημαντική έρευνα του Γιώργου Μπιθυμήτρη παρουσιάζει την εξέλιξη του σημερινού Λαυρίου
Στη μια πλευρά της κεντρικής πλατείας του Λαυρίου βρίσκεται το άγαλμα του Τζιανμπατίστα Σερπιέρι ο οποίος, μετά από αιώνες διακοπής της, ξανάρχισε τη μεταλλευτική δραστηριότητα στο Λαύριο το 1864 ιδρύοντας τη Γαλλική Εταιρεία. Στην απέναντι πλευρά βρίσκονται τρία αγάλματα μεταλλωρύχων που ήρθαν από διάφορα μέρη για να δουλέψουν εκεί και, όταν το 1980 έκλεισαν τα μεταλλεία, αντιμετώπισαν ανεργία. Είναι μνημεία του τόπου που σημαδεύτηκε από τη λειτουργία των μεταλλείων, όπως και οι ζωές των ανθρώπων που έζησαν ή ζουν στο Λαύριο. Εκεί ο Γ Γιώργος Μπιθυμήτρη, κύριος ερευνητής στο Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών, αναζήτησε τους τους τρόπους με τους οποίους οι άνθρωποι σχετίζονται σήμερα με τον φορτωμένο αναμνήσεις κόσμο γύρω τους και με βαθιά ενσυναίσθηση διενήργησε μια ψυχοκοινωνική έρευνα θέτοντας και τον εαυτό του ως μέρος της ερευνητικής διαδικασίας.
Πενήντα κάτοικοι του Λαυρίου - άνδρες και γυναίκες -, άνθρωποι που θυμούνται, νεότεροι που μαθαίνουν για το παρελθόν μέσα από τις αφηγήσεις και τα μνημεία, άτομα των λαϊκών τάξεων και άλλα της νέας μεσαίας τάξης με υψηλό εκπαιδευτικό και πολιτισμικό επίπεδο, μετανάστες, ΑμεΑ, μίλησαν στον ερευνητή για τον βίο και την πολιτεία τους, τις επιθυμίες και τα όνειρά τους. Ο Μπιθυμήτρης μελέτησε τον βαθμό αλλοτρίωσης που υφίσταται το άτομο και τις εξωτερικές συνθήκες που ετεροκαθορίζουν τη σκέψη και τη δράση του, στερώντας του ό,τι θα έδινε νόημα στη ζωή του. Μιαν αλλοτρίωση που τις περισσότερες φορές εμφανίζεται ως «κανονική ζωή», ιδιαίτερα στις τάξεις όπου αποθεώνεται ο νέος, ανεξάρτητος εαυτός και η καριέρα. Αντίθετα, στις λαϊκές τάξεις σπανίζουν οι μεταμφιέσεις αυτές και το άτομο για να ανακουφιστεί από το δύσκολο παρόν «επιστρέφει» σε ένα εξιδανικευμένο παρελθόν, όπου η τσιμινιέρα εγγυόταν έναν σταθερό βίο, ο δηλητηριώδης καπνός των φουγάρων συνδεόταν με δυνατές φιλίες, κοινωνική αναγνώριση, τη δημιουργία οικογένειας, τους δεσμούς με την κοινότητα, τη φύση, τη γη και την προσδοκία ενός καλύτερου μέλλοντος.
Παρά την αλλοτρίωση, όμως, παρατηρεί ο Μπιθυμήτρης, μπορεί να εμφανίζονται στοιχεία που συγκινούν και «συντονίζουν» τους ανθρώπους με τον κόσμο γύρω δημιουργώντας συνθήκες που επιτρέπουν την αντίδραση στον κομφορμισμό και την καταπίεση. Στην ύστερη νεωτερικότητα αναδύονται νέες μορφές συντονισμού και συνεργατικής κουλτούρας, όπως πολιτιστικοί σύλλογοι που αναβιώνουν τρόπους ζωής από τις ιδιαίτερες πατρίδες των κατοίκων, ενώ στο Τεχνολογικό Πολιτιστικό Πάρκο Λαυρίου - αλλά και αλλού - φιλοξενούνται δράσεις και αναπτύσσονται συντροφικότητες και φιλίες. Ετσι, η διαλεκτική σχέση αλλοτρίωσης - συντονισμού διαμορφώνεται συνεχώς, όμως δεν είναι σίγουρο ότι την πρώτη θα ακολουθήσει ο δεύτερος.
Το Λαύριο δεν είναι πια η εργατούπολη του παρελθόντος: η επέκταση του λιμανιού, η κατάχρησή του από τα τουριστικά σκάφη και η προοπτική ιδιωτικοποίησής του, αλλοιώνουν προοδευτικά τη βίωση του χώρου και του χρόνου και τη φύση, η οποία έχει αρχίσει να συνέρχεται από τη βία των περασμένων αιώνων. Ομως, η «τραυματισμένη» κοινότητα αντλεί νόημα από το κοινό παρελθόν που γίνεται σημείο αναφοράς και στις διάφορες μορφές ζωής των Λαυρεωτών διακρίνεται η εγκαρτέρηση και ταυτόχρονα η ελπίδα για έναη συντονισμό του οικείου με το ανοίκειο που θα αποκαταστήσει τη σχέση με τον κόσμο. Πρόκειται για μια διεισδυτική, ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα ματιά στο Λαύριο και τους ανθρώπους του που, όμως, θα μπορούσε να αφορά και κάθε ευρωπαϊκή πόλη με βιομηχανικό παρελθόν.
Η κυρία Αννα Λυδάκη είναι καθηγήτρια στο Τμήμα Κοινωνιολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου
Το Βήμα της Κυριακής (26/10/2025)
Γράφει ο Στρατής Μπουρνάζος για την Εποχή
(...) Το Λαύριο αναλυόμενο ξαφνιάζει τον αναγνώστη και την αναγνώστρια, και το ξάφνιασμα εντείνεται καθώς προχωράμε το διάβασμα. Καταλαβαίνουμε ότι το εγχείρημα υπερβαίνει σαφώς το Λαύριο και έχει γενικότερη αξία, για τις πόλεις της ύστερης νεωτερικότητας που διάγουν πλέον το μεταβιομηχανικό στάδιο. Και, ακόμα σημαντικότερο, είναι κάτι ποιοτικά διαφορετικό, ως μεθοδολογία και οπτική, από αυτό που έχουμε συνηθίσει να λέμε «κοινωνιολογική μελέτη».
Η ιδιαιτερότητα γίνεται φανερή από την αρχή, από τα κεντρικά ερωτήματα που εκκινούν την έρευνα: Τι σημαίνει, για τον καθένα και την καθεμιά, να ζει μια καλή ζωή; Ποιοι είναι οι όροι που μας επιτρέπουν να κατακτήσουμε μια τέτοια ζωή; Μια ματιά στο Ευρετήριο είναι εύγλωττη. Εκεί, μαζί με την ανάπτυξη, την εργασία, την κρίση ή τη νεωτερικότητα, βρίσκουμε λήμματα όπως η αλλοτρίωση, η απώλεια, η οικογένεια, τα συναισθήματα, οι σχέσεις σε όλες τις εκδοχές (σχέσεις αντικειμένου, σχέσεις αποκρισιμότητας, σχέσεις ασχεσίας, σχέση με τον κόσμο), το σώμα, το τραύμα, το φύλο.
Σχέσεις αλλοτρίωσης και εμπειρίες συντονισμού
Πρόκειται για μια ψυχοκοινωνική έρευνα: η ψυχή και η κοινωνία αλληλοσυσχετίζονται και συνδιαμορφώνονται, καθώς η ψυχή είναι φτιαγμένη από κοινωνικά υλικά, ενώ η κοινωνία αποτελείται από άτομα. Το βιβλίο, βασισμένο σε πενήντα συνεντεύξεις με κατοίκους του Λαυρίου, το διαπερνάει η έννοια των σχέσεων: πώς σχετίζονται οι άνθρωποι με τα αντικείμενα, τους τόπους αλλά και μεταξύ τους. Ο συγγραφέας διακρίνει δύο βασικούς τρόπους: την αλλοτρίωση και τον συντονισμό. Οι άξονες είναι αντιθετικοί, όχι όμως στεγανοί, καθώς «οι σχέσεις αλλοτρίωσης όχι απλά δεν αποκλείουν τη δυνατότητα εμπειριών συντονισμού και αποκρισιμότητας, αλλά μπορεί να αποτελούν προϋπόθεσή τους». Και, ακόμα, οι εμπειρίες χωροχρονικού συντονισμού, δεν προκύπτουν κατ’ ανάγκην μόνο από κάτι θετικό. Συνοδεύονται συχνά από συναισθήματα χαράς, υπερηφάνειας, αγάπης, ελπίδας, θαυμασμού και αλληλεγγύης, ωστόσο άλλες φορές επιτυγχάνονται στη βάση αρνητικών συναισθημάτων, όπως η λύπη για μια πατρίδα που χάθηκε ή ηθική αγανάκτηση για μια αδικία.
Oι βάσεις, οι «αναμονές» (χρησιμοποιώ τη λέξη με τη σημασία που έχει στις οικοδομές) υπήρχαν ήδη από τις προηγούμενες μελέτες του συγγραφέα και την ενασχόλησή του με τη συλλογική δράση, τα υποκείμενα, τις ταξικές ταυτότητες και ταυτίσεις· εδώ τις παρακολουθούμε στην ανάπτυξη και την άνθησή τους.
Ένα από τα σπουδαιότερα προσόντα του βιβλίου είναι ο τρόπος με τον οποίο εισάγεται στην ανάλυση το φύλο και η τάξη, συνδέοντας τις εμπειρίες ζωής, τις σχέσεις και την υποκειμενικότητα με το έμφυλο και ταξικό. Η προσέγγιση αυτή γίνεται ακόμα πιο σύνθετη και απαιτητική σήμερα, καθώς «το σύγχρονο υποκείμενο έχει χάσει τα συμβολικά δεσμά των άλλοτε πανίσχυρων συλλογικών ταυτοτήτων όπως η κοινωνική τάξη ή το φύλο – και, μαζί, και τη γραμματική που προσέφεραν αυτές οι ταυτότητες ώστε ο κόσμος του να βγάζει νόημα».
Διαβάζοντας το βιβλίο, ερχόμαστε σε επαφή με μια σειρά στοχαστές. Ξεχωρίζω τέσσερα ονόματα. Τον κοινωνιολόγο Χάρμουτ Ρόζα (κοινωνιολογία της καλής ζωής και θεωρία του συντονισμού), τη φιλόσοφο Ραχέλ Γιάγκι (σχεσιακή προσέγγιση της αλλοτρίωσης), τον κοινωνιολόγο Αντρέας Ρέκβιτς (αυτοπραγμάτωση και απώλεια στην ύστερη νεωτερικότητα), τον ψυχαναλυτή και παιδοψυχίατρο Ντόναλντ Γουίνικοτ (ο ρόλος του παιχνιδιού και της πολιτισμικής εμπειρίας, ο «ενδιάμεσος χώρος» ανάμεσα στο Εγώ και τον κοινωνικό κόσμο). Και, μέσα από την αφήγηση, μαθαίνουμε έμπρακτα πώς μπορούμε, όχι να τους παραθέτουμε ξερά ή να τους επικαλούμαστε, αλλά να αξιοποιούμε το επιχείρημα και την οπτική τους στη δική μας δουλειά.
Επιστημονική έρευνα και δημιουργική αγωνία
Μέσα από τη μελέτη μαθαίνουμε πολλά για το Λαύριο. Το πιο ενδιαφέρον, πάντως, κατά τη γνώμη μου, δεν είναι οι πραγματολογικές πληροφορίες, αλλά το πρίσμα που εξετάζονται. Μαθαίνουμε, έτσι, για τη Φιλαρμονική που συνεχίζει τη φιλόμουση παράδοση της πόλης, τον φωτισμένο μαέστρο ο οποίος διαπαιδαγωγεί στη μουσική αλλά και στην αξία της ισότητας· κυρίως όμως η Φιλαρμονική αντιμετωπίζεται ως ένας, κατά Γουίνικοτ, «τρίτος μεταβατικός χώρος» (όπως για άλλους συνεντευξιαζόμενους η ψυχοθεραπεία ή τα Lego), όπου αναπτύσσεται το δημιουργικό παίζειν, φέρνοντας σε επαφή το υποκείμενο με τον Αληθή Εαυτό.
Τα αποσπάσματα από τις συνεντεύξεις δένονται καλά με το κείμενο. Από τον τρόπο που τα χειρίζεται ο ερευνητής, αντιλαμβανόμαστε τη φροντίδα του να αναδείξει τη φωνή των υποκειμένων, χωρίς να υποτάσσεται σε αυτά, καθώς και την ευελιξία του, όπου χρειάζεται. Για παράδειγμα, ενώ οι συνεντεύξεις γίνονται χωρίς την παρουσία τρίτου, στην περίπτωση δυο λαϊκών ζευγαριών που θεωρούν την ιδιωτικότητα «περιττή πολυτέλεια», ο ερευνητής, παρά τις επιφυλάξεις του, αντί να επιμείνει σε μια αυστηρή εφαρμογή του πρωτοκόλλου, τροποποιεί τον σχεδιασμό, ζητώντας και από το δεύτερο μέλος του ζευγαριού να πει τη δική του ιστορία. (...)
Διαβάστε τη συνέχεια εδώ Εποχή, Στρατής Μπουρνάζος (08/02/2026)
Παρακολουθήστε την εκδήλωση παρουσίασης του βιβλίου που πραγματοποιήθηκε στο Τεχνολογικό Πολιτιστικό Πάρκο Λαυρίου (07/12/2024). Χαιρέτησαν οι: Βασιλική Γεωργιάδου (Καθηγήτρια Παντείου Πανεπιστημίου. Διευθύντρια και Πρόεδρος Δ.Σ. του ΕΚΚΕ) & Δημήτρης Καλιαμπάκος (Καθηγητής ΕΜΠ. Αντιπρόεδρος Δ.Σ. της ΕΑΔΙΠ-ΕΜΠ). Μίλησαν οι: Γιώργος Δερμάτης (Δρ. Ιστορίας του Πανεπιστημίου της Louvain-La-Neuve), Δανάη Καρυδάκη (Δρ. Ιστορίας Birbeck, University of London), Σωτήρης Μανωλόπουλος (Διδάσκων αναλυτής και πρώην Πρόεδρος της Ελληνικής Ψυχαναλυτικής Εταιρείας) και ο συγγραφέας του βιβλίου.
Συντονιστής της εκδήλωσης: Χρήστος Προμοίρας (Πρόεδρος Επιμορφωτικού & Εκδρομικού Ομίλου Λαυρίου). Μουσική περιήγηση, με τη συμμετοχή του χορωδιακού συνόλου του Συλλόγου Φιλομούσων Λαυρίου υπό την διεύθυνση του Χρήστου Βαττή.