ΥΠΟ ΕΚΔΟΣΗ
Εξώφυλλο & Δελτίο τύπου
...και νάρχεται η µνήµη ολοζώντανη και ο νους
να γίνεται φωτεινή οθόνη, να προβάλλει εικόνες
και στιγµές που κρατήσανε για πάντα.
Ο Φαέθοντας ήταν ζωηρός και ζόρικος από µικρό παιδί. Τον έτρωγε ο δαίµονας. Έκανε τη δικιά του «έφοδο στον ουρανό», γαντζωµένος σε ένα αερόστατο, κι από τότε του έµεινε το παραγκώµι «Ο Αερόστατος».
Τον πρώτο χρόνο της χούντας, πέρασε στο πανεπιστήµιο και εισήλθε σε έναν άλλο κόσµο, εκείνον του φόβου, των απαγορεύσεων και της τροµοκρατίας. Το ζοριλίκι του έγινε θάρρος, τόλµη και πίστη στην ελευθερία.
Ζώντας στο κέντρο της Αθήνας, έµαθε την ιστορία της, δέθηκε µε τους ενεργούς πολίτες της, πάλεψε µαζί τους για να αποτραπεί η επερχόµενη µετάλλαξη, το ξεπούληµα και η καταστροφή της γειτονιάς του, της χώρας ολόκληρης.
Ο Φαέθοντας µεγαλώνοντας δεν έπαψε να ονειροβατεί αλλά και να ψάχνει τον κρυφό τόπο, εκείνον όπου η απιστία γίνεται πίστη στον έρωτα και στη ζωή, η ήττα γίνεται νίκη· καθότι γνωρίζει πως πάντα το παιχνίδι κερδίζει και ο έρωτας κι όταν χάνει βγαίνει κερδισµένος.
Σηµερινή ηρωίδα του γίνεται η Μαρία, η οποία έκανε σπίτι της το πεζοδρόµιο στη γωνία Σπυρίδωνος Τρικούπη και Δεληγιάννη, στα Εξάρχεια. Ταυτόχρονα, ανασύρει από τη λήθη την τραγική µορφή της καπετάνισσας ∆όµνας Βισβίζη, η οποία «βγαίνει» από τη µαρµάρινη προτοµή της ως «πάµφτωχη των θαλασσών» για να συναντήσει, κάτω από το άγαλµα της προστάτιδας Αθηνάς, στο Πεδίον του Άρεως, την άστεγη Μαρία των Εξαρχείων.
Ο συγγραφέας, έχοντας ως παρακαταθήκη την κραυγή του πατέρα του «Το καίω, δεν το παραδίνω», πασχίζει να φωτίσει τα σκοτάδια που απλώνονται γύρω µας φανερά αλλά και τα τείχη που ανεπαισθήτως υψώνει ο καταναλωτικός πολιτισµός της βαρβαρότητας.
|